Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011

Ο ΜΟΥΓΓΟΣ. (Διήγημα)

Τον κλότσαγαν σα το αδέσποτο σκυλί, και τον τσιγκλούσαν με τις άκρες απ' τα κλομπ, ρίχνοντάς του και καμιά γερή κάπου-κάπου.
- Άϊντε ρε μούλε, αληταρά. Γρήγορα! Τσόγλανε. Τα καντήλια σου,
μήτε λέξη δεν έβγαλες.
Κείνος, είκοσι χρονών περίπου μια σκόνταφτε , μια ξανάβρισκε την ισορροπία του, και προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του.
Moναχός του εκείνος κι' αυτοί έξη εφτά νομάτοι, μ' εκείνες τις μακρυμούτσουνες αντιασφυξιογόνες μάσκες που σου 'κοβαν το αίμα.
Τον ξετρύπωσαν σα λαγό στη χωνευτή είσοδο μιας τράπεζας στη κάτω μεριά της πλατείας. Άρχισαν να τον βαράν και να τον βρίζουν όλοι μαζί.
Εκείνος μήτε κιχ μήτε μιλιά.. Μια, δυο φορές άνοιξε το στόμα του, Έκανε ένα ου - ου σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και τούς κοιτούσε αμίλητος.
- Το σπίτι σου κωλόπαιδο τον χαστούκισε αυτός που βρίσκονταν
δεξιά στον διμοιρίτη. Κάνεις το μαλάκα και δεν μιλάς.. Θα καλοπεράσεις έγνοια σου.
- Άστε τον, μπήκε στη μέση ό επικεφαλής. Θα τα βρούμε όλα στη διοίκηση,  Θα τα ξεράσει θέλοντας μη θέλοντας. Το γάλα της μάνας του θα βγάλει! Άντε πάμε, αν για να πω και του στραβού το δίκιο γι' αλλοδαπός μου καλοφαίνεται.
- Λες αρχηγέ; Έτσι που έχουμε γίνει. Ανακατεύτηκαν όλες οι φάρες τώρα, σαν τα' άντερα στην κοιλιά.
Του καλάρεσε η λέξη αρχηγός, και γύρισε να δει καλλίτερα το κρατούμενο.
- Σφίχτε του τις χειροπέδες ! πρόσταξε.
Πήγε πάλι να χάσει την ισορροπία του ο κρατούμενος καθώς του σφίγγανε τις χειροπέδες μα πάλι έβαλε τα δυνατά του και στάθηκε στα πόδια του χωρίς να φέρει τη παραμικρή αντίσταση.
-Τι μυστήριο τραίνο είναι τούτος, αναρωτήθηκε ο αρχηγός. Ο άλλος προχτές μας πήδηξε ανάποδα. Τον σέρναμε όπως έκανε μια βολά ο Αχιλλέας στον Έκτορα που του σκότωσε το φίλο.
-Ποιος ήτανε ο Αχιλλέας αρχηγέ; Δικός μας α ...;
-Σκάσε ορέ. Τόσα ξέρεις τόσα λες. Για τα παλιά λέω ορέ. Για τους αρχαίους.
-Τι μας νοιάζει εμάς για τους αρχαίους; Τώρα τι κάνουμε;
-Να καμωθείς να σκάσεις. Πώς θα κάνουμε κράτος ορέ άμα δε ξέρουμε τους προγόνους μας.
- Που να τα ξέρω εγώ αυτά αρχηγέ; Τι καθηγητής είμαι;
- Να όρσε του 'δωσε μια μούντζα ο αρχηγός καθώς έμπαιναν στη κλούβα.
Σαν έφταναν κοντά στη διοίκηση, στάθηκε όρθιος στο μπροστινό μέρος της κλούβας ο επικεφαλής.
-Το νου σας ε! Τούτοι εδώ οι γαλονάδες δεν σηκώνουν τις δικιές μας αψάδες. Λίγες κουβέντες. Τις προάλλες ο υποδιοικητής τα 'βαλε μαζί μου γιατί είδε λίγο αίμα στ' αυτί εκείνου του αρχιαναρχικού. «Θα περάσουνε δίκη και θα κριθούν απ' το νόμο μου είπε».
Σαν άκουσε το φρενάρισμα απ΄ τη κλούβα ο Ταξίαρχος πλησίασε στη πόρτα του γραφείου του κι έβαλε αντήλιο τα χέρια του.
-Πάλι ετούτα τα τσακάλια είπε από μέσα του. Κοίτα τι κουβαλάνε πάλι.
Ένα αμούστακο εικοσάχρονο. Τι κάνει αυτός ο Στρατηγός και δε δίνει διαταγή, να ηρεμίσει λίγο ετούτη η λυκοφάρα. Άρχισαν πια και γίνονται επικίνδυνοι και θα μας πάρουν όλους στο λαιμό τους.
Ο διμοιρίτης σίμωσε και χαιρέτησε βαρώντας προσοχή. Κούνησε το κεφάλι βαρετά ο Ταξίαρχος.
-Τι είναι πάλι τούτος; Ρώτησε.
- Αμίλητος σα το ντουβάρι κύριε διοικητά. Σαν πέσει όμως η πρώτη κατραπακιά  θα τα ξεράσει όλα.
-Όχι τέτοια ανθυπομοίραρχε. Δεν τα 'παμε; Δώσε χαρτί για τη παράδοση, υπασπιστή να φύγουν.
Μούλωξε ο ανθυπομοίραρχος, μα τι να κάνει. Χαιρέτησε πάλι (ο διοικητής μήτε κουνήθηκε καθόλου  μόνο τον κοίταξε μ' ένα  ζεματισμένο περιφρονητικό βλέμμα πού σκύλιασε τον άλλο)  πήρε την διμοιρία του και έφυγαν αργά-αργά.
-Μήτε ένα ευχαριστώ δεν είπαν αρχηγέ. Παραπονέθηκε κάποιος τους.
-Σκασμός! Άστραψε και βρόντησε εκείνος. Οι Δημοκρατικοί οι γαλονάδες, μονολόγησε. Αυτά μας φάγανε είπε φεύγοντας.
- Πως σε λένε ; Ρώτησε  τον κρατούμενο ο υπασπιστής.
-«Ου» «Ου» έκανε εκείνος δείχνοντας το στόμα  και τη γλώσσα του.
-Έλα Χριστέ! Πετάχτηκε ο υπασπιστής. Μουγγός είναι κύριε διοικητά.
Να φωνάξουμε κανένα που ξέρει να συνεννοηθεί.
-Α-Α έκανε ο κρατούμενος κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι του.
-Βγάλτον απ' τη πίσω πόρτα κι άστον να φύγει. Έδωσε  διαταγή ο Ταξίαρχος. Εκείνο που σκέπτομαι είναι τι θα κάνουμε με τούτους τους πωρωμένους, που' ναι χειρότεροι από τσακάλια. Να δούμε σαν μπούνε όλα σε σειρά, πως θα γλυτώσουμε από τούτη τη λυκοφωλιά. Τους έχω σιχαθεί τελείως. Τα ρεμάλια. 

Λιθογράφος Καστρινός.http://agelkas.pblogs.gr/  (Απ' το υπο έκδοση βιβλίο «ΒΑΡΑΤΕ ΤΟΥΣ. Ιστορίες διαδηλώσεων.») 

Δεν ξεγελούν τους τυπογράφους η ΤΥΠΟΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΕ του κκε και τα τσιράκια τους

ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΖΗΤΑΜΕ ΑΠΟ ΕΣΑΣ ΤΟΥΣ ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΑΞΙΚΗΣ ΠΑΛΗΣ

Μπορούν τα κόμματα να ανταγωνίζονται τους ιδιώτες στο επιχειρείν;;;;

Μήπως η κρίση στον κλάδο έχει ρίζα στην ΚΡΙΣΗ ΙΔΕΩΝ που υπάρχει σε αυτόν;

Η διέξοδος βρίσκεται στη δική μας πάλη.
Πρέπει να εξασφαλιστεί η δουλειά του καθενός.
Οι εργαζόμενοι του κλάδου να περάσουν στην αντεπίθεση.
Ανυποχώρητος ταξικός αγώνας (κλικ εδώ)
Το τέλος της αυταπάτης. Δικαιολογημένος ο φόβος τους... Δε θα «ξεμπερδέψουν»!!! (κλικ εδώ)
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------